Οι πορτες




  Η γειτονια μας πηρε τη μυρωδια του θανατου. Φευγουν δύο ανθρωποι σημερα.
   Στο απεναντι σπιτι και στο δικο μας οι πορτες ειναι ανοιχτες. Στο δικο μας, για να μπαινει κοσμος να μας δινει κουραγιο ν αποχαιρετα το νεκρο. Στο απεναντι, για να μπαινουν οσοι περισσοτεροι ανθρωποι μπορουν, να κοβουν το δρομο στο νεκρο, να μην τον αφηνουν να κανει ουτε βημα, να πει μια κουβεντα, ν αποχαιρετησει.
   Δε θελουν να φυγει. Τον εχει πιασει νευρικό γελιο. Ειναι η ωρα και τον καθυστερουν. Το σωμα του αρχιζει και ξεπαγωνει, μια απο την πολλη ζεστη και μια απο τον εκνευρισμο του. Αν ειχε αιμα μεσα του, τωρα θα του ειχε ανεβει στο κεφαλι. Τον βλεπουμε απο απεναντι να κανει χειρονομιες, να κινειται κοφτα και νευρικα απο την πολυκοσμία, να προσπαθει να ξεκολλησει απο το μέτωπό του τα πεταλα απο τα λουλουδια που ειχαν βαλει γυρω του στο φερετρο οσοι ερχονταν νωριτερα να του πουν αντιο. Να κανει περα τα μικρα παιδια, το σκυλο του, οποιον τον πλησιαζει. Τους φοβαται ολους. Ολα τον πανικοβαλλουν. Δε θα θελα να μουν στη θεση του.
   Στο δικο μας σπιτι, οπως και στο απεναντι πριν καποια ωρα, γυρω γυρω απο το νεκρο εχουμε βαλει καρεκλες και λεμε ιστοριες για εκεινον αναμεσα στα μοιρολογια. Μια θυμαται κατι καποιος συγγενης, μια γελαει ο νεκρος και λεει, ή το αλλο το θυμαστε που.. Και μετα αρχιζουν παλι τα μοιρολογια, μοιρολογαει κι εκεινος μαζι ή ζηταει να πουμε ενα συγκεκριμενο και το λεμε.
   Ειναι η ωρα πια να φυγει. Σηκωνεται, βγαινει απο το φερετρο, τιναζει τα πεταλα, ισιωνει το κουστουμι του και με τη σειρα φιλάει ή αγκαλιαζει τους συγγενεις. Παγωμενη αγκαλια, σαν ξυλινη, αλλα ειναι οτι εχουμε πια. Ισως μια ξενη ιστορια που μπαινει στη θεση της παλιας, θες δε θες, το ιδιο δυνατη με την παλια και γνωριμη αναμνηση. Ισως γι αυτο γινονται ολα. Γι αυτην την αλλαγη των αναμνησεων. Ουτε για το χρονο που χρειαζεται, ουτε για τις τιμες ή τους αποχαιρετισμους και να λες μεσα σου, μα τωρα εγω αυτο ειναι που θελω, μια ξυλινη αγκαλια, εναν κιτρινο λαστιχενιο ανθρωπο με αναμνησεις και καμια ζωη;! Ετσι πολυ ευκολα τον αφηνεις να φυγει. Ετσι πολυ ευκολοτερα γινονται ολα.
   Η μερα ειναι ζεστή κι ο ηλιος μας χαιδευει εδω εξω. "Λοιπον.."Αυτο το τελευταιο λοιπον, το αποχαιρετιστηριο.. Αλλες φορες το ακους και ανακουφιζεσαι κι αλλες φορες απλα σου μαχαιρωνει την καρδια γιατι ηθελες λιγο ακομα. Ενα τελευταιο βλεμμα κι ενα χαμογελο κι υστερα η πλατη. Εκεινος στο δρομο του, εμεις στο τραπεζι κι ο ηλιος στη θεση του και για εκεινον και για μας.

"Στη μικρή μας πολη - Το παζάρι"

Η μικρή μας πόλη, είναι γνωστή για το παζάρι της. Βέβαια, δε μοιάζει με τα υπόλοιπα παζάρια, γεμάτη ζυγαριες και νομίσματα, αλλά δε λείπουν καθολου οι υπολογισμοί. Τί παζάρι θα ήταν αλλωστε;

Πολλά μικρά καταστηματα, έχουν στηθεί γυρω από μια κυκλική πλατεία κ πλήθος κόσμου θαυμαζει, απορρίπτει, κλείνει συμφωνίες, διπλοσκεφτεται ή απλά χαζεύει και ονειροπολει, εκθέματα που  είτε τα έφεραν άλλοι για λογαριασμό τους, είτε έρχονται μόνα τους. Γιατί, δεν ειναι θησαυροί κατασκευασμένοι από πολύτιμα υλικά όπως αυτά που θαμπώνουν και μαγεύουν, αλλά άνθρωποι, με αισθήματα, σκέψεις, όνειρα, αρετές, κουσούρια, προτιμήσεις κι ότι άλλο στροβιλίζεται μέσα στο νου ενός ανθρώπου.

Αυτό είναι το παζάρι της μικρής μας πόλης, όπου νέοι, νεες, ηλικιωμένοι που ξεχάστηκαν στο χρόνο ή ποθησαν κάτι ξαφνικά και γονείς που θελουν το καλύτερο για το δικό τους παιδί, κανουν τη βόλτα τους ως "ενδιαφερόμενοι" ή "εκθεματα" γιατί όπως και να χει, αγοραστες και προϊόντα δεν τους λες, θα ήταν σκληρό και άκομψο.

Άλλοι, θέλουν την ομορφιά, όπου τη βρίσκουν στο τάδε κατάστημα. Άλλοι, τη σοφία, κάποιοι ζητούν την περιπέτεια και κάποιοι τη δίχως έγνοιες καθημερινότητα. Όλοι βρίσκουν αυτό που θέλουν. Ακόμα κι εκείνοι που δεν ξέρουν τί θέλουν, έχουν την ικανοποίηση της ανικανοποιησης για τους δικούς τους λόγους ο καθένας.

Έρχονται ενδιαφερόμενοι από πολλές πόλεις και χώρες. Εκτός από εκείνους που -δύσκολο να τους ακολουθήσει κανεις- ζουν σε ένα μέρος, όπου απαγορεύεται να κάνεις οποιαδήποτε σχέση, φιλικη ή ερωτική ή συζυγική ή ακόμη και επαγγελματικη, αν πρώτα δεν εκπαιδευτείς σε κάποια εντελώς παράλογα πραγματα, για κάθε λογικό σκεπτόμενο ανθρωπο όπως είμαστε εμείς. Όμως αυτή είναι μια άλλη ιστορία.
Γνωρίζοντας να περπατάς δίπλα μου
Γνωρίζοντας θα σ' ακολουθώ

Όταν πήγες να μου φιλήσεις το λαιμό..


Αχ έγινε από λάθος!
Μωρό μου, στ' ορκίζομαι!
Σήμερα το πρωί, για να πλέξω τις κοτσίδες μου
κρέμασα τα κολιέ μου δίπλα στις καυτερές πιπεριές του πατέρα μου..
Πάνω στη βιασύνη μου να προλάβω το τραίνο για να έρθω, 
αντί για τα κολιέ μου, φόρεσα τις πιπεριές
Μωρό μου.. συγνώμη..
Έγινε από λάθος! Σου τ' ορκίζομαι!
Έλα, δώσε μου τα χείλη σου
και θα περάσουν όλα!!

Στη μικρή μας πόλη ~ κράτησα την αναπνοή μου

Μια φορά κι έναν καιρό
στη μικρή μας πόλη
κράτησα την αναπνοή μου
μα ούτε ψηλά πέταξα
ούτε έσκασα σαν μπαλόνι
ούτε τίποτα

κατάπια τον αέρα
και πήγα σπίτι



 

Ξύπνημα





Ποιος αέρας ζεστός μου φυσάει το δέρμα
κάτω απ' το πάπλωμα;

Ποια είναι τα δύο φανάρια που βλέπω κάτω απ' το σκοτάδι
να γελάνε και να με παίζουν;

Ποιο γελάκι ακούω στο αυτί μου να κρέμεται;

Ποιος έρωτας με ξυπνάει πάλι;


 
 


Στη μικρή μας πόλη, όταν κανείς δε βλέπει ~ Ο φούρνος




Στη μικρή μας πόλη, όλοι πάνε στο φούρνο το πρωί, να αγοράσουν ψωμί και κουλουράκια. Έχουμε μόνο ένα φούρνο. Είναι μικρός και πάντα ζεστός. Όποτε μπαίνω μέσα νοιώθω ότι ξαναζωντανεύουν οι παππούδες κι οι γιαγιάδες μου κι εγώ έχω πάλι ποδήλατο και σετ τσαγιού από άσπρο πλαστικό και κόκκινα περίτεχνα χερούλια.

Πήγα πάλι σήμερα το πρωί με το καφέ διχτάκι που έχω για την αγορά. Σήμερα είχα όρεξη για στρογγυλό ψωμί, βιεννέζικο, εκείνο που γυαλίζει. Μπήκα μέσα στο φούρνο κι από τη γωνία που είναι ο σωρός με τα κρουασάν, με χαιρετούσαν οι γιαγιάδες μου, ενώ απέναντι πίσω από τις πάστες και τις σοκολατίνες μου έκλειναν το μάτι οι παππούδες μου.
Πόσο θα θελα να είχα ακόμα το σχοινάκι μου και να παίζω εδώ μέσα για ώρες..

-Τι θα θέλατε σήμερα; Ρώτησε η φουρνάρισσα χαμογελαστή, με τα κόκκινα, μεγάλα μάγουλά της να  φωτίζουν σα λαμπάκια χριστουγεννιάτικου δέντρου.
-'Ενα βιεννέζικο ψωμί. Το πιο γυαλιστερό απ' όλα!

Πέρασε πίσω απ' την κουρτίνα, μα άφησε χωρίς να θέλει ένα μικρό άνοιγμα κι από περιέργεια πήγα πιο κοντά να δω.

Είδα τη φουρνάρισσα αναμαλιασμένη και αναψοκοκκινισμένη, να γελάει με την καρδιά της, με τα μάτια της κλειστά, να χορεύει με τα κουλούρια και τα πρέτσελ. Γύρω της χόρευαν σε κύκλο οι τάρτες με τα ταρτάκια, πάνω απ' το κεφάλι της υποκλίνονταν οι σοκολατίνες και παραπέρα τραγουδούσαν τα ψωμιά και οι γαλέτες, τα μπριός με τα σουδάκια και τους εργολάβους χτυπούσαν παλαμάκια. Τα εκλέρ τραβούσαν απ' το χέρι τα παχουλά μάφινς και χόρευαν γύρω γύρω σε ζευγάρια!

Άνοιξε τα μάτια της μετά από λίγο, γέλασε ισιώνοντας την ποδιά και τη φουντωτή της φούστα, ίσιωσε την παχιά της κοτσίδα κι έπιασε το βιεννέζικο που ζήτησα απ' το ράφι που μόλις είχε γυρίσει.
Βγήκε απ' την κουρτίνα, το τύλιξε στο πολύχρωμο χαρτί και μου το έδωσε.

Βγήκα από το φούρνο και κατευθύνθηκα προς το σπίτι χαμογελώντας, τσιμπώντας από το ψωμάκι λίγο λίγο.